εγκαυστική

εγκαυστική

Δευτέρα, 23 Νοεμβρίου 2015

το θρησκευτικό μάθημα στην ελληνική εκπαίδευση


Συχνά πυκνά ξεπροβάλει στην επικαιρότητα το θέμα της διδασκαλίας του μαθήματος των θρησκευτικών. Πρόκειται για μια παλιά ιστορία τριών περίπου δεκαετιών, η οποία γίνεται αφορμή για ατέρμονες συζητήσεις περί της αναγκαιότητας του μαθήματος στο εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας. Οι απόψεις πολλές και διαφορετικές μεταξύ τους. Από τη μια πλευρά εκείνοι που πιστεύουν πως το μάθημα είναι φορέας του σκοταδισμού και του μεσαίωνα κι από την άλλη εκείνοι που το θεωρούν αναπόσπαστο κομμάτι της ελληνικής εκπαίδευσης.

Πράγματι, αν όλο το πρόβλημα στην εκπαίδευση των μαθητών στην Ελλάδα είναι τα θρησκευτικά, τότε το μάθημα αυτό πρέπει να καταργηθεί. Χωρίς θρησκευτικά, το σχολείο θα αποκτήσει μια νέα δημιουργική πνοή∙ θα πάψουν η παπαγαλία και η αποστήθιση να αποτελούν βασικό χαρακτηριστικό γνώρισμα, ενώ οι εκπαιδευτικοί όλων των υπόλοιπων ειδικοτήτων θα ξαναβρούν την έμπνευση και την αγάπη τους για τα μαθήματα που διδάσκουν, αφού πλέον δεν θα αντιμετωπίζουν τις απαρχαιωμένες απόψεις των “πρώην” συναδέλφων τους θεολόγων.
Επιτέλους, το Λύκειο θα πάψει να είναι ο προθάλαμος προετοιμασίας για την εισαγωγή στο πανεπιστήμιο και η παραπαιδεία θα αποτελεί μακρινό παρελθόν. Αλλά ακόμη και τα φαινόμενα της ενδοσχολικής βίας δεν θα μας απασχολήσουν ξανά, αφού οι μαθητές θα ηρεμήσουν μιας και δεν πρόκειται να ξανακούσουν περί βιβλικών καταστροφών και σταυροφοριών καθώς και άλλων συναφών θρησκευτικών βιαιοτήτων. Οι Περσικοί Πόλεμοι, οι Βαλκανικοί και οι δύο Παγκόσμιοι μαζί με τη Μικρασιατική Καταστροφή βρίσκονται στα βιβλία της Ιστορίας που είναι καλογραμμένα, άρτια και επιστημονικά τεκμηριωμένα και με σαφείς χάρτες που ονομάζουν τα Σκόπια ως Μακεδονία και την καταστροφή της Σμύρνης ως «συνωστισμό» στην προκυμαία της Σμύρνης.
Πράγματι, το μάθημα των θρησκευτικών πρέπει να πάψει να είναι ομολογιακό. Η κατήχηση είναι κύριο έργο της Εκκλησίας και αφορά μόνο εκείνους που την αποδέχονται ως φορέα της χάριτος του Θεού. Για όλους τους υπόλοιπους που επιλέγουν να φοιτήσουν σε ένα δημόσιο σχολείο, το μάθημα των θρησκευτικών πρέπει να δίνει γνώση και πληροφορία για το ρόλο τόσο του χριστιανισμού, όσο και των άλλων θρησκειών στη δημιουργία του πολιτισμού του κάθε τόπου. Από την Κωνσταντινούπολη μέχρι τη Μέκκα και από τη Ρώμη μέχρι Πεκίνο, οι ιστορίες των λαών είναι αποτέλεσμα και της θρησκευτικής τους ταυτότητας και παράδοσης.
Τι είναι αυτό που κάνει μια αγελάδα “ιερή” στην Ινδία και ένα Gospel την έκφραση της ελπίδας για ελευθερία ενός Αφροαμερικάνου; Τι είναι αυτό που στρέφει τον Ερρίκο Η΄κατά της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, και τον Λούθηρο στην επαναστατική για την εποχή του μετάφραση της Βίβλου στα Γερμανικά. Γιατί σήμερα υπάρχει η έκφραση του ακραίου Ισλάμ από τους τζιχαντιστές στη Μέση Ανατολή και οι χριστιανοί φονταμενταλιστές στην Ευρώπη ταυτίζονται με τις ακροδεξιές ιδεολογίες που προάγουν το ρατσισμό και την ξενοφοβία;
“Δεν νοείται ταυτότητα πολίτη χωρίς να έχει θρησκευτική συγκρότηση. Αυτό σημαίνει ότι ο εγγράμματος άνθρωπος δεν θα είναι ανοχύρωτος στο μέλλον. Θα έχει ξεκλειδώσει, μ' έναν κριτικό και ερμηνευτικό τρόπο, τον ρόλο των θρησκειών, τον ρόλο της δικής του ταυτότητας, θρησκευτικής ή μη, τι λένε και πώς συνδέονται οι άλλες θρησκείες. Έτσι θα γίνει πολίτης τόσο της χώρας του όσο του κόσμου. Όπως έχουμε τον γλωσσικό γραμματισμό, τον ιστορικό γραμματισμό, έτσι πρέπει να έχουμε και τον θρησκευτικό. Αυτό κάνει ο θρησκευτικός γραμματισμός, δεν είναι κατήχηση, δεν είναι θρησκευτική προπαγάνδα. Άλλωστε αυτό δεν θα μπορούσε να γίνει στον δημόσιο χώρο του σχολείου. Το σχολείο υπάρχει για να μορφώσει, να δώσει στοιχεία γνώσεων, αλλά και πολιτισμού που νοηματοδοτεί την ταυτότητα και την ετερότητα των μαθητών του”. (Σ. Γιαγκάζογλου, ΑΥΓΗ, 31.10.2015)
Κάποτε πρέπει όλοι μας να καταλάβουμε πως το εκπαιδευτικό μας σύστημα έτσι όπως έχει δομηθεί αποτυγχάνει να δημιουργήσει προϋποθέσεις πνευματικής ανάπτυξης νέων ανθρώπων. Μια στεγνή μηχανιστική αντίληψη που δεν αφήνει κανένα περιθώριο συνάντησης των μαθητών με τον κόσμο που θα κληθούν να αντιμετωπίσουν κατά την ενηλικίωση τους. Η Τέχνη, η Ποίηση, η Μουσική, η Λογοτεχνία εξοστρακισμένες και θυσία στο βωμό των τεσσάρων ή πέντε μαθημάτων που θα δώσουν το εισιτήριο για μια πανεπιστημιακή σχολή, η οποία, με τη σειρά της, θα υποδεχτεί φοιτητές με αισθητή την αδυναμία να συνθέσουν την επιστημονική γνώση με την πραγματική ζωή.
Είναι ευθύνη της Πολιτείας να αλλάξει το περιεχόμενο του μαθήματος των θρησκευτικών. Μπορεί και πρέπει να ακούσει όλες τις τάσεις και όλες τις απόψεις. Στο τέλος, όμως, θα πρέπει να δομήσει ένα θρησκευτικό μάθημα που θα ανταποκρίνεται στα σύγχρονα κοινωνικά δεδομένα. Η συζήτηση περί απαλλαγής και προαιρετικότητας είναι το σύνδρομο του Πιλάτου που απλά δεν θέλει να πάρει καμία ουσιαστική ευθύνη και ούτε να “σπάσει αυγά”. Είναι καιρός όμως να σταματήσει να σφυρίζει δήθεν αδιάφορα και να βάλει τον “δάκτυλο επί των τύπων των ήλων”.


Σάββατο, 14 Νοεμβρίου 2015

πρόγονοι και μάρτυρες της δικτατορίας



Την Τρίτη 10 Νοεμβρίου 2015 το παράρτημα Καστοριάς του Πανελλήνιου Θεολογικού Συνδέσμου «Καιρός» οργάνωσε την εκδήλωση «όταν υπόταξαν τις μέρες μας - πρόγονοι και μάρτυρες της δικτατορίας» με συνδιοργανωτές την ΕΛΜΕ Καστοριάς και την Δημοτική Κοινωφελή Επιχείρηση του Δήμου Άργους Ορεστικού.
Στην εκδήλωση μίλησαν ο κ. Ραϋμόνδος Αλβανός - Πολιτικός Επιστήμων και ο κ. Ανδρέας Αργυρόπουλος – Σχολικός Σύμβουλος Θεολόγων· παρουσίασε και συντόνισε οΑνδρέας Βιτούλας – Θεολόγος.
Ο συντονιστής της εκδήλωσης παρουσίασε σύντομα τις αρχές και τους σκοπούς του «Καιρού». Επίσης σχολίασε ότι η δικτατορία επιλέχθηκε ως θέμα για την εναρκτήρια εκδήλωση του παραρτήματος Καστοριάς, διότι ένα τυραννικό καθεστώς φανερώνει για τον χριστιανό την κοινωνική διάσταση του κακού, ενώ η ελευθερία είναι ο κατεξοχήν τρόπος της υπαρξιακής τελείωσης.
Στην εισήγησή του ο κ. Αλβανός παρουσίασε τις ομοιότητες αλλά και τις διαφορές μεταξύ της μεταξικής δικτατορίας και αυτής των συνταγματαρχών του 1967. Επίσης αποδόμησε τον μύθο των «καλών» που έφεραν στην ελληνική κοινωνία τα δύο ολοκληρωτικά καθεστώτα. Κλείνοντας τόνισε την ανάγκη του διαλόγου και της λειτουργίας των δημοκρατικών θεσμών για την επίλυση των προβλημάτων που προκύπτουν.
Η τοποθέτηση του κ. Αργυρόπουλου παρουσίασε γνωστές και κυρίως άγνωστες πτυχές της σχέσης τόσο της Διοικούσας Εκκλησίας, όσο και προσωπικοτήτων του κλήρου και απλών χριστιανών με την απριλιανή δικτατορία. Έγινε αναφορά στην απαράδεκτη συνεργασία μελών της Ιεραρχίας με το χουντικό καθεστώς αλλά και στις αντιστασιακές φωνές και πράξεις χριστιανών που διώχθηκαν τιμώντας με τον τρόπο αυτό την εκκλησιαστική συνείδηση.  
Ακολούθησε ζωηρός διάλογος με το ακροατήριο, όπου οι ομιλητές είχαν την ευκαιρία να διευκρινίσουν πτυχές των εισηγήσεών τους αλλά και να τροφοδοτήσουν περαιτέρω μια γόνιμη και ενδιαφέρουσα συζήτηση.    





       

Δευτέρα, 19 Οκτωβρίου 2015

Ενιαίο σχολείο, ενιαία γνώση, ενιαία θρησκευτικά: 12 Σημεία

Κοινή Παρέμβαση επτά στελεχών των Παρεμβάσεων–Συσπειρώσεων Δ.Ε.*

α) Απέναντι στην πρόσδεση του σχολείου (δημόσιου και ιδιωτικού) με την εξελισσόμενη νεοελληνική ιδεολογία και τις διαδοχικές αφηγήσεις της αστικής τάξης, που ηγεμονεύει ακατάπαυστα από την ίδρυσή του, αναπτύχθηκε παράλληλα και ένα ριζοσπαστικό εκπαιδευτικό κίνημα που προσπάθησε να κάνει τομές, σε σχέση με την ιστορική και πολιτική συγκυρία και σε αντιστοιχία με τη στράτευση των ενεργών διανοητών και δασκάλων της χώρας. Επιτομή αυτής της ριζοσπαστικής διεκδίκησης ήταν το «όλη η γνώση, ενιαία και κριτική, για όλα τα παιδιά». Στην πράξη το κίνημα αυτό ακολούθησε μια δαιδαλώδη διαδρομή, ωστόσο κάποιες φορές συνδέθηκε και με τη ζώσα παράδοση του τόπου.
β) Μέσα στο 2015 και την πολλαπλή κρίση στην Ε.Ε. και στην Ανατολική Μεσόγειο, στην Ελλάδα η παλιότερη νεοελληνική «ελληνοχριστιανική ιδεολογία» με τους στημένους βασιλιάδες και πολιτικούς έχει αντικατασταθεί από το νέο αφήγημα της «πάση θυσία» απόλυτης πρόσδεσης με τον φθαρμένο «ευρωπαϊσμό», τον καπιταλιστικό ολοκληρωτισμό και τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό. Και στις δυο ιστορικές φάσεις η χώρα ήταν βουτηγμένη στα χρέη, στα τοκοχρεολύσια, στην εξάρτηση, στη διαπλοκή, στην ανάθεση, στον νόθο κρατισμό, στο ψευτορωμέϊκο, στη λογική της ψωροκώσταινας, στην ψευτιά.
γ) Ο δυτικοερωπαϊκός διαφωτισμός ήλθε αποσπασματικά και νοθευμένα «από τα πάνω» ως κανόνας και εκτός μερικών εξαιρέσεων, δεν έκανε την αναγκαία σύνθεση με  την παράδοσή μας. Στο πλαίσιο αυτό στήθηκε από τν εποχή της Βαυαροκρατίας μια ελλαδική Ορθόδοξη ιεραρχία, θεραπαινίδα της ντόπιας εθελόδουλης ψευτοαστικής τάξης. Η πρακτική αυτή είχε ως αποτελέσματα: Το σχίσμα με το Πατριαρχείο, την δημιουργία πέντε διαφορετικών εκκλησιαστικών καθεστώτων, την αναπαραγωγή της ιεραρχίας από τον εαυτό της, την ίδρυση θεολογικών σχολών, την εισαγωγή σ’ αυτές προτεσταντικών λογικών, μεταξύ άλλων τον κατακερματισμό της γνώσης, την  δημιουργία μαθήματος «θρησκευτικών», και παράλληλα την εισαγωγή στο σχολείο και στο δημόσιο χώρο αντίστοιχων πρακτικών (όρκος, υποχρεωτικός εκκλησιασμός και προσευχή μαθητών, καρτεσιανή/γερμανική δομή της θεολογικής γνώσης, κλπ). Η αντίδραση σ’ αυτό το περίεργο μίγμα είναι διαχρονική και πολύπλευρη.
δ) Το εκπαιδευτικό κίνημα δυσκολεύεται στη μεταπολίτευση να θέσει με ενιαίο τρόπο ολόκληρο το ζήτημα του σχολείου, του περιεχομένου του, της δομής του και των αναγκαίων προωθητικών ριζοσπαστικών αλλαγών που να υπερβαίνουν όλες τις ιδεολογίες της ψευτοαστικής τάξης της χώρας. Οι λόγοι είναι πολλοί και κάποιοι εν μέρει κατανοητοί, αλλά όχι όλοι αποδεκτοί (όπως η έλλειψη αγνών λαϊκών διανοουμένων και ο τρόπος δόμησης των κομματικών συνδικαλιστικών παρατάξεων ή ο τρόπος δράσης μερικών συνδικαλιστών). Η παιδεία στο χώρο της εκπαίδευσης οφείλει να είναι προβολή των πραγματικών αναγκών της νέας γενιάς από τη σκοπιά του μέλλοντος και να μην παίζει το ρόλο του «Προκρούστη» της ολόπλευρης γνώσης, είτε για ταξικούς λόγους της ελίτ, είτε για ιδεολογικούς μικροπολιτικούς λόγους.
ε) Στην Ε.Ε. υποτίθεται  ότι οι βασικότερες επιδιώξεις της εκπαίδευσης είναι να εφοδιάζονται «οι μαθητές με τα στοιχεία εκείνα που είναι απαραίτητα, ώστε να ζήσουν αρμονικά στις πολυπολιτισμικές κοινωνίες της Ευρώπης και του κόσμου». Έτσι ανάμεσα στα πολλά γνωστικά αντικείμενα γενικών, μορφωτικών, ανθρωπιστικών, θετικών και τεχνικών γνώσεων, οι μαθητές μπορούν να πλησιάσουν τόσο τη δική τους θρησκευτική, πολιτισμική, υπαρκτική και φιλοσοφική κληρονομιά, όσο και αυτή άλλων ανθρώπων. Ο στόχος αυτός οδηγεί στον σεβασμό και την αποδοχή της ετερότητας, αντιπαλεύει το ρατσισμό, τον κρυφό και φανερό νεοφασιμό, αλλά και «υλοποιεί παράλληλα και το δικαίωμα του παιδιού στη γνώση».
Όμως δεν υπάρχει ακόμα –και σωστά ενιαίο πλαίσιο δομής και περιεχομένου της διδασκαλίας των θρησκευτικών των κρατών-μελών. Στις βόρειες χώρες, όπως π.χ. στη Γερμανία, δηλώνεται όχι μόνο στο σχολείο, αλλά και στην εφορία άμεσα το θρήσκευμα των γονέων και έτσι έχουμε σχολεία με θρησκευτικά «προτεσταντικού» και «ρωμαιοκαθολικού» τύπου κατά κύριο λόγο. Στη χώρα του διαφωτισμού, τη Γαλλία, έχουμε ουδετερόθρησκα σχολεία ενώ τα τελευταία χρόνια προσπαθούν δια της πλαγίας οδού να εισαγάγουν στοιχεία που να καλύπτει το κενό της απουσίας του μαθήματος των θρησκευτικών (βλ.  Ρεζίς Ντεμπρέ, “Η διδασκαλία της θρησκείας στο ουδετερόθρησκο σχολείο”).
Στη χώρα μας, όλη η συζήτηση περιστρέφεται στο σχετικά ομολογιακό (π.χ. Δημοτικό σχολείο) και εν μέρει κατηχητικό (π.χ. Α΄ Λυκείου) μάθημα, αλλά καμία κουβέντα δεν γίνεται για τα λίγα σχολεία με ρωμαιοκαθολικούς μαθητές ή τα σχολεία της Θράκης που οι μουσουλμανόπαιδες δηλώνουν άμεσα το θρήσκευμα για να πάνε σε αμιγώς μουσουλμανικά σχολεία και μερικοί απ’ αυτούς να εισαχθούν εξ αυτού με ποσόστωση στα ΑΕΙ και ΤΕΙ. Και αυτό ανεξάρτητα του κατά πόσο η πολιτεία για πολιτικούς λόγους επιθυμεί να «αντισταθμίσει», είτε τη σχετική εγκατάλλειψη μια μερίδας των μειονοτήτων (τουρκογενών και πομάκων) στην περιοχή, είτε για άλλους λόγους.
στ) Στο ισχύον Σύνταγμα έχουν αποτυπωθεί κάποιες απελευθερωτικές κατακτήσεις στο επίπεδο της συνείδησης, της ελευθερίας και της αστικής δημοκρατίας στα 200 περίπου χρόνια ύπαρξης του νεοελληνικού κράτους. Όμως μαζί τους συνυπάρχει και μια σειρά συμβιβασμών ανάμεσα σε αντικρουόμενες κυρίαρχες απόψεις, αλλά και παραχωρήσεις στα παράκεντρα εξουσίας. Οι αντιφάσεις αυτές διαταράσσονται διότι η πορεία πρόσδεσης πάση θυσία στα ευρωπαϊκά κέντρα εξουσίας συνεχίζεται παρά τα έξι χρόνια μνημονίων και τον ρόλο των κέντρων εξουσίας Ε.Ε. και της παγκόσμιας ελίτ.
Έτσι το άρθρο 16 παρ. 2 (προβλέπει την καλλιέργεια και ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης των μαθητών στη δημόσια εκπαίδευση) συνυπάρχει με το άρθρο 13 παρ. 1, «Η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης είναι απαραβίαστη», «κάθε γνωστή θρησκεία είναι ελεύθερη…». Η συνύπαρξη αυτή έχει δημιουργήσει κατά καιρούς και πλημμυρίδα και άμπωτη. Μια πρώτη άμπωτη δημιουργήθηκε με τον ν. 1566, ο οποίος από τη μια μετέτρεψε τον προτεσταντικό χαρακτήρα του θρησκευτικού μαθήματος και των συμπαρομαρτούντων (π.χ. εικόνες) από ελληνοχριστιανικό σε ελληνορθόδοξο.
Στο πλαίσιο αυτό, από τη μια μεριά, εισχώρησε δικαίως ο δυτικός διαφωτισμός και η λογική των δικαιωμάτων των «μειοψηφιών» στο σχολείο, αλλά από την άλλη δεν νίκησε το πνεύμα ελευθερίας της ορθόδοξης θεολογίας του φωτισμού…
Έτσι μέσω των «συνηγόρων του πολίτη», των «δικαστηρίων», των διαφορετικών απόψεων, των εναλλασσόμενων κομμάτων στη νομή της μικροεξουσίας, των συνδικαλιστικών παρατάξεων και της σταδιακής ιδεολογικής πολυδιάσπασης –ακόμη και αφασίας– της νεοελληνικής «κοινωνίας» παρενεβλήθη το θέμα των «απαλλαγών» ως μια προσπάθεια πρόχειρης και μερικής λύσης του ζητήματος.
ζ) Η λύση των «απαλλαγών» βεβαίως είναι πρόχειρη, αποσπασματική, συχνά προβληματική για τις πραγματικές προθέσεις των μαθητών και δημιουργεί επί πλέον και εκπαιδευτικά (διαφορετικός αριθμός μαθημάτων) και παιδαγωγικά ζητήματα (τι κάνουν για παράδειγμα οι ελάχιστοι, λίγοι  ή και περισσότεροι απαλλασσόμενοι μαθητές/μαθήτριες την ώρα της απαλλαγής). Ταυτόχρονα εισάγει πλαγίως την πρακτική ενός «προαιρετικού» μαθήματος. Έτσι το μέτρο της απαλλαγής αν ισχύει για όλους τους μαθητές, δηλαδή και για τους θεολογικά, κριτικά, πολιτισμικά ορθοδόξους, αλλά και τους τυπικά «ορθοδόξους», τότε καθιστά το  μάθημα de facto προαιρετικό.
η) «Η πρόσφατη δημόσια αντιπαράθεση για το ζήτημα των απαλλαγών από τα θρησκευτικά είναι, για πολλοστή φορά, προσχηματική και αδιέξοδη. Μια αψιμαχία εντυπώσεων που ανακυκλώνει ανούσια όλες, σχεδόν, τις ιδεοληψίες, τις προκαταλήψεις και τα στερεότυπα της μεταπολίτευσης. Απουσιάζουν προκλητικά από τη «συζήτηση» τα παιδαγωγικά κριτήρια και υπερισχύουν οι σκοπιμότητες. Το επίδικο δεν είναι η διαχείριση του ζητήματος των απαλλαγών, αλλά ο ίδιος ο χαρακτήρας και η θέση του μαθήματος στο εκπαιδευτικό μας σύστημα. Συνιστούν τα θρησκευτικά σαφές και διακριτό μορφωτικό αγαθό (γνωστικό αντικείμενο) ναι ή όχι»;
θ) «Για λόγους κοινωνικούς, παιδαγωγικούς αλλά και θεολογικούς, επιβάλλεται η μετεξέλιξη των θρησκευτικών σε ενιαίο και καθολικό μάθημα που αφορά σε όλα τα παιδιά μας δίχως διακρίσεις και αποκλεισμούς. Σε ένα μάθημα που σέβεται την ιδιοπροσωπία και την ετερότητα κάθε μαθητή, που καλλιεργεί την καταλλαγή και την κατανόηση του «άλλου». Μια νησίδα ελευθερίας, έκφρασης και πνευματικότητας σε ένα σχολείο ακραίας εργαλειοποίησης της γνώσης και στείρου ακαδημαϊσμού. Μάθημα που θα δεξιώνεται τα ζόρια της εφηβείας για τα μικρά και τα μεγάλα της ύπαρξης, όλα αυτά που ασφυκτιούν σε φευγαλέες κουβέντες στα διαλείμματα και τις απόκρυφες γειτονιές του διαδικτύου. Σ’ αυτό το μάθημα η έννοια της απαλλαγής θα στερείται νοήματος γιατί κανένας μαθητής μας δεν θα περισσεύει!»
Θεωρούμε ότι εκείνο που ενδιαφέρει, στο πλαίσιο της ενιαίας γνώσης και επομένως και του ενιαίου σχολείου, είναι η δημιουργία ενός νέου μαθήματος ώστε, «…ρητά και εκπεφρασμένα, τυπικά και ουσιαστικά, να μην θεωρείται πλέον θρησκευτική κατήχηση ή ομολογιακό  μάθημα, αλλά ένα μάθημα με σαφώς ανοικτό, πλουραλιστικό και μορφωτικό-γνωσιολογικό περιεχόμενο…».
ι) Το μάθημα πρέπει να αλλάξει οπωσδήποτε! Πρέπει να αποκτήσει ύλη που δεν θα δίνει δικαίωμα απαλλαγής σε κανέναν. Δεν μπορεί να είναι απολύτως θρησκειολογικό. Οφείλει να είναι γνωσιοκεντρικό, πολιτισμικό, υπαρξιακό, φιλοσοφικό, θρησκειολογικό. Μάθημα ελευθερίας, διαλόγου και κριτικής προσέγγισης του θρησκευτικού φαινομένου. Ως προς τη δομή του, ανάλογα με την ηλικία των μαθητών, να μελετηθεί η διδασκαλία του σε «ομόκεντρους κύκλους». Είναι αυτονόητο για μας ότι ο εσωτερικός κύκλος αφορά τα «καθ’ ημάς» και ο επόμενος το τι συμβαίνει και κυοφορείται  στην Ευρώπη. Δεν μπορεί όμως από μια χώρα της ανατολικής Μεσογείου να απουσιάζει η γνώση για τον ιστορικό-πολυπολιτισμικό χαρακτήρα και τα φαινόμενα της Εγγύς Ανατολής. Ένας επόμενος κύκλος οφείλει να δώσει στοιχεία από την υπόλοιπη οικουμένη και ο τελευταίος να δώσει στοιχεία και αφορμές για τα φαινόμενα και τα ρεύματα αμφισβήτησης των θρησκειών, αλλά και τη θρησκειοποίηση πολλών ιδεολογιών, που άρρητα συνήθως καλλιεργείται…
ια) Να κάνουμε το μάθημα τρόπο κατανόησης του ιστορικού και πολιτισμικού περιβάλλοντος. Για τους ίδιους λόγους που δεν υπάρχει απαλλαγή από τη γλώσσα, την ιστορία, την κοινωνική και πολιτική αγωγή, να μην υπάρχει απαλλαγή από το μάθημα. Γι’ αυτό και συνυπογράφουμε την πρόταση του Δ.Σ. της Γ΄ΕΛΜΕ Θεσσαλονίκης: «Υποχρεωτικό μάθημα –και άρα η μη υποχρέωση του κράτους να δίνει το δικαίωμα απαλλαγής– θα μπορούσε να είναι ένα μάθημα που να προσεγγίζει το φαινόμενο της θρησκείας, στην κοινωνιολογική, ιστορική, φιλοσοφική, πολιτιστική και πολιτική του διάσταση» (6/10/2015). Όσον αφορά στα «καθ’ ημάς» δίνουμε ως παράδειγμα μια πρόταση που μπορεί να τέμνει το μάθημα  με την ηλικία:
1) Να απεγκλωβιστεί το μάθημα από την παρωχημένη διάκριση αντικειμένων με προσανατολισμό την ανάγνωση των ορθόδοξων ερεισμάτων του πολιτισμού «στα καθ’ ημάς».
2) Να ερευνώνται τα πολιτισμικά νήματα που συνδέεουν τον Καζαντζάκη, τον Ρίτσο, τον Καρούζο, τον Μοσκώφ, τον Θεοδωράκη, τον Λειβαδίτη, τον Λεοντή και τόσους άλλους νεοέλληνες δημιουργούς με την αριστερά και την ορθόδοξη παράδοση. Να μελετώνται επίσης οι υπαρξιακές αφετηρίες της σύγχρονης τέχνης.
3) Να αναδειχθούν τα κοινωνικοαπελευθερωτικά στοιχεία των βιβλικών  κειμένων.
4) Να εντοπιστεί στην ιστορία η «ανταρσία» του μοναχισμού απέναντι  στην επίσημη θρησκεία και των λαϊκών ρευμάτων συλλογικής ριζοσπαστικής δράσης (αλληλεγγύης, αντίστασης, κοινωνικών ανατροπών). Προβληματισμός δηλαδή για τις πολιτικές συνέπειες της εκκλησιαστικής βιοτής.
5)  Να καλλιεργείται ο διάλογος με τη φιλοσοφία και τις φυσικές επιστήμες.
6) Να διερευνάται το γεγονός ότι το υπαρξιακό και κοσμολογικό ερώτημα των αρχαίων Ελλήνων προωθήθηκε από τους Πατέρες της Εκκλησίας σε όρια που δεν μπορούσε να φτάσει ο προχριστιανικός φιλοσοφικός στοχασμός.
7) Να προβληματίζει το μάθημα σε σχέση  με τις προκλήσεις της βιοηθικής.
ιβ) Όλη η προοδευτική και «προοδευτική» ευαισθησία εξαντλείται συνήθως στις προϋποθέσεις γιὰ τη θεσμική απαλλαγή από ένα συγκεκριμένο μάθημα. Κάποιοι ομιλούν χωρίς κόπο για κατάργηση, ενώ κάποιοι άλλοι  υποκρίνονται πίσω από την πρόταση για προαιρετικό μάθημα. Η άλλη πλευρά, η συντηρητική και δήθεν παραδοσιακή φωνασκεί, αλλά στο μυαλό της έχει ένα μάθημα παρωχημένης και ακίνδυνης προτεσταντικής ηθικολογίας, ρωμαιοκαθολικού προτύπου και τζιχαντιστικής μισαλλοδοξίας. Εάν όμως οι ευρισκόμενοι στα κέντρα λήψης των αποφάσεων της ανερχόμενης νεοαποικίας κάνουν «πολιτικά παχνίδια» για να αποπροσανατολίσουν την εκπαιδευτική κοινότητα και όχι μόνο, εάν η ελλαδική Ιεραρχία βαυκαλίζεται ότι με ένα μάθημα «προαιρετικό» βγάζει ένα μέρος της δικής της δουλειάς και οι θεολόγοι παριστάνουν τους ιεραπόστολους τότε:
«Εφεξής, από τους γονείς ή κηδεμόνες που επιθυμούν τα παιδιά τους να απαλλαγούν από το μάθημα των θρησκευτικών να μην ζητείται να δηλώνουν αν είναι άθρησκοι, ετερόδοξοι ή ετερόθρησκοι, αλλά να ασκούν το δικαίωμά τους αυτό, κατ’ επίκληση των πεποιθήσεών τους και της θρησκευτικής τους συνείδησης». (Ελάχιστο αίτημα της ΟΛΜΕ, 29-09-2015). Αν δεν ισχύσουν τα παραπάνω, μοιραία οδηγούμαστε σε «… μια αρνητική δήλωση πίστης η οποία και θα κρινόταν σκανδαλωδώς μετέωρη και χριστιανικώς αδικαίωτη…».
* 1) Ασμής Λάζαρος (ΠΕ13/ΠΕ01), πρόεδρος ΕΛΜΕ Ηλείας. (lazarosasmis@yahoo.gr)
2) Βασιλειάδης Βασίλης (ΠΕ19/ΠΕ70), Γραμμ. ΕΛΜΕ Ηλείας, πρώην τακτ. αιρετός ΠΥΣΔΕ ΕΛΜΕ Ηλείας. (vasilvasi@gmail.com)
3) Βιτούλας Ανδρέας (ΠΕ01), Γραμματέας ΕΛΜΕ Καστοριάς. (issopos@yahoo.gr)
4) Κουρνιώτης Χρήστος (ΠΕ02), μέλος ΔΣ ΕΛΜΕ Άνω Λιοσίων, σύνεδρος σύνεδρος 17ουσυνεδρίου ΟΛΜΕ (ilion19@yahoo.gr)
5) Μάλφας Γιώργος (ΠΕ01/ΠΕ13), σύνεδρος 16ου συνεδρίου ΟΛΜΕ. (malfasg@gmail.com)
6) Μπούρδαλας Παναγώτης (ΠΕ04.01/πτ. θεολ.), μέλος Δ.Σ. ΚΕΜΕΤΕ/ΟΛΜΕ, σύνεδρος 17ουσυνεδρίου ΟΛΜΕ (pmkas2004@yahoo.gr).
7) Ναξάκης Αντώνης (ΠΕ03), πρ. τακτ. αιρετός ΠΥΣΔΕ Χανίων, σύνεδρος 16ου συνεδρίου ΟΛΜΕ (antonisnaxakis@gmail.com).
18 Οκτώβρη 2015


Παρασκευή, 2 Οκτωβρίου 2015

Αλλαγή στα Θρησκευτικά όχι άκριτη απαλλαγή

Του Κώστα Θεολόγου*

Ήμουν μαθητής στο δημοτικό σχολείο το 1971, όταν η χούντα είχε βγάλει μια εγκύκλιο που υποχρέωνε τους μαθητές να πηγαίνουν στο Κατηχητικό τις Κυριακές. Ο χαφιές της τάξης Δημήτρης Κ. έγραφε με εκδικητική χαρά το όνομά μου στον κατάλογο απόντων, έτρωγα απαλές ξυλιές με τον χάρακα στις παλάμες, ώσπου ο αείμνηστος δάσκαλός μας ο Γεώργιος Κυπράκης στην πράξη κατάργησε μετά από 2-3 Κυριακές τον έλεγχο και ο μοσχαροκέφαλος συμμαθητής δεν είχε λόγους πλέον να χάσκει χαρούμενος. Εν πάση περιπτώσει δηλώνω το γεγονός, ώστε να εξηγήσω ότι δεν είμαι «θεούσα», ούτε πιέστηκα ποτέ να γίνω από μέλη της οικογένειάς μου.
Από τα μέσα της δεκαετίας του ’80 έχω πάει στο Άγιο Όρος πάνω από 20-25 φορές. Εκεί βρήκα μια διαφορετική πνευματικότητα από τον ευσεβισμό που καλλιεργεί με το στανιό ο ρασοφόρος εκκλησιαστικός μηχανισμός και το βιβλίο των Θρησκευτικών του σχολείου. Όποιος δεν έχει ερεθιστεί πνευματικά από την δογματική γοητεία της τριαδικότητας και της Ορθοδοξίας έχει σίγουρα ένα εργαλείο λιγότερο, ώστε να κατανοεί το σύμπαν και τη δημιουργία. Αυτό το εργαλείο μπορεί να το διδαχτεί μόνο μέσα από την πατερική σκέψη, αλλά θα διαπιστώσει το μεγαλείο του μελετώντας παράλληλα το Κοράνι, τους Δερβίσηδες και τους σούφι, τον μεσαιωνικό παγανισμό, τις Ουπανισάδες, τις τέσσερις Βέδες κτλ. Αυτές τις τελευταίες τις διάβασα με ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον, όταν γύριζα στα ελληνικά τα δοκίμια αισθητικής του Μάσιμο Κατσάρι (Ο θεός που χορεύει, Καστανιώτη 2004). Ισχυρίζομαι ότι η απαλλαγή από το μάθημα των Θρησκευτικών είναι μείζον εκπαιδευτικό σφάλμα αντί της ορθής επιλογής, να εμπλουτισθεί με ιστορικά και φιλοσοφικά στοιχεία, ώστε να είναι πιο ελκυστικό για τον διδασκόμενο και πιο προκλητικό στους διδάσκοντες. Οι διδάσκοντες δεν θα κάνουν κατήχηση, ούτε προσηλυτισμό και θα ανοίγουν τους ορίζοντες των μαθητών. Και επειδή ο Οδυσσέας Ελύτης ισχυρίζεται (Μαρία Νεφέλη, Ίκαρος, 1978) ότι «Από τον Θεό τραβιέται ο άνθρωπος όπως ο καρχαρίας από το αίμα» οι διδάσκοντες οφείλουν να δημιουργούν ερωτηματικά γύρω από την ύπαρξη της θεϊκής δύναμης. Ακόμη πιο προκλητικά για κάθε πνευματικά συσκοτισμένο οπαδό του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, νομίζω ότι στο αναλυτικό πρόγραμμα σπουδών είναι απαραίτητος ένας θρησκευτικός, ας πούμε, εγγραμματισμός, που θα καθιστά τους μαθητές κοινωνούς των θεμελιακών στοιχείων της ορθόδοξης χριστιανικής και θρησκευτικής παράδοσης του τόπου μας και της Ευρώπης και συνάμα θα τους αναγνωρίζει ως πολίτες του κόσμου ώστε να συμβιώνουν αγαπητικά και να κατανοούν τον κόσμο μέσα από την πολιτισμική διαφορετικότητα της κάθε κουλτούρας. Και ένα τέτοιο μάθημα Θρησκευτικών έχει πολιτική σημασία, όχι εκκλησιαστική ή θρησκευτική.
Η απαλλαγή που δινόταν εσφαλμένα σε μάρτυρες του Ιεχωβά και σε άλλους αλλόδοξους μαθητές δημιούργησε ένα στρεβλό προηγούμενο, ώστε να διακυβεύεται η διεύρυνση μιας θεσμικής αποδυνάμωσης των συνολικών θεσμικών και προσωπικών υποχρεώσεων, που έχουν οι μαθητές απέναντι στο σύνολο του ωρολογίου προγράμματός τους. Αντίστοιχες ενστάσεις με στόχο την απαλλαγή μπορούσαν να υποβληθούν τεκμηριωμένα αναφορικά με το μάθημα της Αρχαίας Ιστορίας από …Πέρσες μαθητές, της Νεότερης Ιστορίας από …ιταλικής ή βουλγαρικής καταγωγής μαθητές, ή αναφορικά με το μάθημα της Γεωγραφίας και των συνόρων πάλι από μουσουλμάνους μαθητές ή από …Σκοπιανούς ή από μικρασιάτες στην καταγωγή. Και αν έφτανε η Νεότερη Ιστορία να περιλαμβάνει πιο σύγχρονες περιόδους, δηλαδή τον Εμφύλιο ή την δικτατορία, θα γινόταν ένας νέος εθνικός διχασμός σε ….απαλλαγόχαρτα.
Το ζήτημα κατά πόσο χρειάζεται να δηλώνει κανείς τι είναι –ή δεν είναι-, όταν συμπληρώνει αίτημα απαλλαγής δεν λύνεται λέγοντας ότι «αφού ο νόμος δίνει το δικαίωμα απαλλαγής, γιατί κάποιος πρέπει να δηλώσει αν είναι χριστιανός ορθόδοξος ή όχι». Για ποιο λόγο αιτείται απαλλαγής δηλαδή; Αλλά δεν χρειάζονται τέτοια έγγραφα. Όλοι οι μαθητές πρέπει να βρίσκονται παρόντες στην τάξη με ένα μάθημα θεολογικής οντολογίας και ηθικής σούπερ προκλητικό για σκέψεις και καυτές έως …ασεβείς και ανευλαβείς συζητήσεις.
Πρέπει να αλλάξει το περιεχόμενο του μαθήματος όχι ο τρόπος απαλλαγής από αυτό. Και το σημαντικότερο που οφείλω να επαναλάβω: η απαλλαγή σε ένα μάθημα συνιστά διαβρωτικό προηγούμενο, διότι αποδομείται ο ρόλος του μαθητή σε επίπεδο καθηκόντων του, και συνάμα τον εξοικειώνει εύλογα με την επιλεκτική μερικότητα της επιστημονικής-φιλοσοφικής ή θεολογικής, έστω, πληροφορίας και γνώσης, που οφείλεται όμως σε υποκειμενικούς παράγοντες.
Διάβασα ότι «….υπάρχει κι ένας δημόσιος χώρος που το κράτος είναι υποχρεωμένο να εξασφαλίσει την ανεξιθρησκία», αλλά θαρρώ ότι αυτή προστατεύεται από το άρθρο 13 του Συντάγματος (2008). Και δεν καταλαβαίνω σε ποια ανεξιθρησκία αναφέρονται οι προοδευτικοί και διαφωτισμένοι, όταν οι απέναντι (πιστοί, θεούσες, ευσεβείς Χριστιανοί, σκοταδιστές κ.λπ) την εκλαμβάνουν ως μισαλλοδοξία. Άρα, τι προστατεύει το άρθρο 13;
Εν κατακλείδι, το μάθημα των Θρησκευτικών είναι απαραίτητο, για να μην ακούγονται ασμένως ηλίθια τραγούδια σαν τη σύνθεση Ο Σατανάς είναι από την Ελλάδα (Νίκος Καρβέλας, 2015) που δείχνει θρησκειολογική άγνοια, μπλέκει μορφολογικά τον Πάνα με τον Βελζεβούλ, συγκρίνει χρονολογικά τον ιουδαϊσμό με το ελληνικό δωδεκάθεο, που προήλθε από μια μυθολογική Θεογονία κτλ. Γενικώς το άσμα είναι προϊόν παχύρρευστης έμπνευσης. Μήπως είχε πάρει απαλλαγή από το μάθημα των Θρησκευτικών;
* Ο Κώστας Θεολόγου είναι Επίκουρος Καθηγητής Ιστορίας και Φιλοσοφίας του Πολιτισμού ΕΜΠ
http://www.tomtb.com/allagi-8rhsk-oxi-apallagi-k8eologou-7626-2/

Πέμπτη, 1 Οκτωβρίου 2015

τα θρησκευτικά και το αίτημα του εκσυγχρονισμού

του Γιώργου Ρακκά

Όσοι από τις φίλες και τους φίλους, αριστεροί ή αντιεξουσιαστές, επιδίδεστε τις τελευταίες ημέρες σ' έναν μπαγιάτικο αντιληρικαλιστικό αγώνα με αφορμή τις δηλώσεις Σίας Αναγνωστοπούλου σε σχέση με το μάθημα των θρησκευτικών, σταθείτε μισό λεφτό και αναρωτηθείτε μερικά πράγματα:
- Γιατί ο Ρίτσος ονόμασε το ποίημα του για τους νεκρούς της εργατικής διαδήλωσης της Πρωτομαγίας του 1936 στην Θεσσαλονίκη, 'Επιτάφιο'; Και γιατί αυτό θυμίζει μανιάτικο μοιρολόι και έχει την δομή του Επιτάφιου Θρήνου; Γιατί, επίσης, ο Θεοδωράκης το έντυσε με μια μουσική η οποία θυμίζει εκκλησιαστική λειτουργία;
- Γιατί όλοι αυτοί οι απλοί άνθρωποι που συρθήκανε στα ξερονήσια δεν υπέγραφαν ακόμα και αν τους έβγαζαν οι ανθρωποφύλακες την ψυχή τους: Μήπως επειδή έκλασε ο «σύντροφος» Γενικός Γραμματέας που τους είχε πουλήσει ήδη από την Γιάλτα; Ή μήπως γιατί αντλούσαν παράδειγμα από υψηλότερα ηθικά πρότυπα, κι αν αυτό ισχύει από πού τα βρήκαν;
- Γιατί ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ επέλεξε να πορευτεί στην Σέλμα δίπλα στον αρχιεπίσκοπο Αμερικής Ιάκωβο; Και γιατί σύγχρονοι ακαδημαϊκοί των αφρο-αμερικανικών σπουδών ισχυρίζονται ότι τα κηρύγματά του εναντίον των ρατσιστικών διακρίσεων, της φτώχειας και της κοινωνικής αδικίας έχουν επηρρεαστεί από τον Μέγα Βασίλειο, τον Γρηγόριο τον Θεολόγο και τον Ιωάννη τον Χρυσόστομο;
- Γιατί ένας από τους θεολόγους-θεμελιωτές της Λατινικής Θεολογίας της Απελευθέρωσης (πνευματικό-κοινωνικό κίνημα το οποίο έχει συμβάλει καίρια σε όλα ριζοσπαστικά κινήματα της τελευταίας 20ετίας --από τους Ζαπατίστας μέχρι το βραζιλιάνικο MST), ο Χουάν Λουίς Σεγκούνδο έκανε το διδακτορικό του πάνω στον Μπερντιάεφ και την 'προσωποκεντρική' του θεολογία;
- Γιατί μια από τις μεγαλύτερες φιγούρες της παγκόσμιας λογοτεχνίας, ο Φίοντορ Ντοστογιέφσκι, επηρεάστηκε έμμεσα από το αθωνικό κίνημα των Κολλυβάδων;
- Γιατί ο Σάιρεν Κίρκεγκωρ, θεμελιωτής της υπαρξιστικής φιλοσοφίας (Σάρτρ ε;, αλλά και Χάιντεγγερ, Καμύ, αλλά και Ζακ Ελλύλ), υπέγραψε τρία από τα μεγαλύτερα έργα του ως «Ιωάννης της Κλίμακος»;
Πολύ απλά, γιατί αυτό που εδώ εμείς λέμε «θρησκευτικά», και νομίζουμε ότι είναι κάτι σαν 'βαφτίσια' αναφέρεται σε έναν απίστευτο πολιτιστικό πλούτο που έχει πλείστες όσες επιδράσεις πάνω στην σκέψη της ανθρωπότητας. Και που μπορεί 'χθές' να χαντακώθηκε από μια εκπαιδευτική προσέγγιση που μπέρδευε την εκπαίδευση με το κατηχητικό... Αλλά που σήμερα τυραννιέται από μια εξίσου ισοπεδωτική αντίληψη ψευδοεκσυγχρονισμού, η οποία θέλει να αποκαθηλώσει αυτήν την μεγάλη πολιτιστική κληρονομιά για να βάλει στην θέση της τι; Το χρήμα, το εμπόρευμα, ή μήπως την 'αυταπάρνηση' που επέδειξαν οι εκφραστές της μόλις κατέλαβαν την εξουσία [γελάει ο κόσμος....];
Αστειότητες. Το αίτημα του εκσυγχρονισμού, σήμερα, είναι αίτημα εκλογίκευσης της πολιτιστικής μας κληρονομιάς. Όχι να φερόμαστε ως νευρόσπαστα, κομπλεξικά νόθα παιδιά της αποικιοκρατίας.-

ΠΗΓΗ:https://www.facebook.com/giorgos.rakkas.5/posts/10153629153333186?fref=nf&pnref=story


Δευτέρα, 28 Σεπτεμβρίου 2015

Απροϋπόθετες απαλλαγές στα Θρησκευτικά;

1488867_562219483862595_360417495_n

του Σταύρου Γιαγκάζογλου         

http://frear.gr/?p=10888

1. Το δικαίωμα της απαλλαγής

Το άρθρο 16 παρ. 2 του Συντάγματος προβλέπει την καλλιέργεια και ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης των μαθητών στη δημόσια εκπαίδευση. Επειδή, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 13 παρ. 1, «Η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης είναι απαραβίαστη» και «Κάθε γνωστή θρησκεία είναι ελεύθερη…», για τη θρησκευτική αγωγή προβλέπονται απαλλαγές και εξαιρέσεις, όταν ορισμένοι μαθητές ή οι κηδεμόνες τους το αιτούνται. Η θρησκευτική ελευθερία, η οποία αποτελεί συνταγματική επιταγή αλλά και όρο του Ν. 1566, διασφαλίζεται στη δημόσια εκπαίδευση με τη γνώση και τον διάλογο. Κι αυτό γιατί συχνά η έλλειψη γνώσης υπονομεύει τη θρησκευτική ελευθερία, καθώς καθιστά τον απληροφόρητο για το εν γένει θρησκευτικό φαινόμενο μαθητή ευάλωτο σε θρησκευτική παραπλάνηση. Ωστόσο, οι γονείς έχουν το δικαίωμα να εξασφαλίζουν για τα παιδιά τους μόρφωση και εκπαίδευση, η οποία να συμφωνεί με τις δικές τους θρησκευτικές και φιλοσοφικές πεποιθήσεις (Προσθ. Πρωτ. 1, αρθρ. 2 ΕΣΔΑ).

2. Ποιοι και γιατί απαλλάσσονται

Η θρησκευτική ελευθερία διασφαλίζεται στην εκπαίδευση με τη γνώση και με τον διάλογο, αλλά και με το δικαίωμα της απαλλαγής από το μάθημα των Θρησκευτικών. Όπως πάντοτε γινόταν και συνεχίζει να γίνεται στο ελληνικό δημόσιο σχολείο, δικαίωμα απαλλαγής από το μάθημα έχουν οι αλλόθρησκοι, οι ετερόδοξοι και εκείνοι οι μαθητές που, για σοβαρούς λόγους θρησκευτικής συνείδησης, το επιθυμούν. Ωστόσο, το μέτρο της απαλλαγής δεν μπορεί να ισχύει για όλους τους μαθητές, δηλαδή και για τους ορθόδοξους. Γιατί όταν γενικεύεται η δυνατότητα απαλλαγής, χωρίς μάλιστα να απαιτείται εξήγηση ή άλλη τεκμηρίωση, τότε ένα μάθημα που ανήκει στον κορμό των μαθημάτων γενικής παιδείας, όπως είναι το μάθημα των Θρησκευτικών, καθίσταται αυτομάτως μάθημα προαιρετικό. Με την ίδια λογική, μια σειρά άλλων μαθημάτων, όπως η Ιστορία ή η Κοινωνική και Πολιτική Αγωγή θα ήταν δυνατό για ορισμένες ομάδες μαθητών του ελληνικού σχολείου να γίνουν προαιρετικά μαθήματα. Θα ήταν ακόμη δυνατό οποιοδήποτε θρησκευτικό στοιχείο ή αναφορά εμπεριέχεται στα διδακτικά βιβλία να ζητείται να αφαιρεθεί, εφόσον κάποιος μαθητής έχει διαφορετική άποψη ή πεποίθηση ανάλογα με τις θρησκευτικές, φιλοσοφικές ή ιδεολογικές τους προτιμήσεις.

Επισημαίνεται πάντως ότι αυτό που επιχειρεί η απροϋπόθετη και δίχως τεκμηρίωση δυνατότητα απαλλαγής να θεραπεύσει, δηλαδή, τη μη αποκάλυψη των ατομικών θρησκευτικών πεποιθήσεων, εντέλει επιτυγχάνονται τα εντελώς αντίθετα, δηλαδή, η απαλλαγή στην πράξη προκαλεί διαχωρισμό και διακρίσεις μεταξύ των μαθητών.

3. Η Ευρωπαϊκή πραγματικότητα και το δικαίωμα στη γνώση
Το μάθημα των Θρησκευτικών είναι ενταγμένο από συστάσεως του ελληνικού κράτους στον κορμό των μαθημάτων του σχολείου, τα δε αναλυτικά προγράμματα του μαθήματος, όπως και όλων των άλλων μαθημάτων, είναι νόμος του κράτους. Από τότε μέχρι σήμερα, το μάθημα έχει αλλάξει πολλές φορές ύφος και περιεχόμενο, ανάλογα με τις εκάστοτε απαιτήσεις και τα δεδομένα της κάθε εποχής. Όμως πάντοτε η ελληνική Πολιτεία είχε αυτή και όχι άλλος φορέας την εποπτεία, τον διαρκή έλεγχο, τον σχεδιασμό των προγραμμάτων σπουδών και των βιβλίων αλλά και τον διορισμό, την επιμόρφωση και αξιολόγηση των θεολόγων εκπαιδευτικών. Ακόμη, κατά το Σύνταγμα, η Πολιτεία μεριμνά ώστε, παρέχοντας θρησκευτική αγωγή, να μην παραβιάζεται η θρησκευτική ελευθερία κανενός.

Από τις βασικότερες επιδιώξεις της εκπαίδευσης στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι να εφοδιάσει τους μαθητές με τα στοιχεία εκείνα που είναι απαραίτητα, ώστε να ζήσουν αρμονικά στις πολυπολιτισμικές κοινωνίες της Ευρώπης και του κόσμου. Να γνωρίσουν, δηλαδή, οι μαθητές, όχι μόνο τη δική τους θρησκευτική κληρονομιά, αλλά και τις θρησκευτικές παραδόσεις και αξίες και άλλων ανθρώπων. Η επιδίωξη αυτή πέραν του ότι στοχεύει, με βάση τη γνώση, στον σχηματισμό μιας κοινωνίας ανεκτικότερης στην ετερότητα, υλοποιεί παράλληλα και το δικαίωμα του παιδιού στη γνώση.

Ασκώντας το έργο αυτό η Πολιτεία, μπορεί να προφυλάσσει το σχολείο από εκδηλώσεις θρησκευτικού φονταμενταλισμού και άλλες ακραίες εκδηλώσεις θρησκευτικής πίστης, αλλά και να αποτρέπει, στο μέτρο του δυνατού, την ανάπτυξη επικίνδυνων για το κοινωνικό σώμα θρησκευτικών ομάδων ή σεκτών.

4. Το ισχύον θρησκευτικό μάθημα

Το υφιστάμενο μάθημα των Θρησκευτικών, όπως και οι προσανατολισμοί και οι επιλογές της δημόσιας εκπαίδευσης, πέρασε από διάφορες φάσεις, με αποτέλεσμα να μην είναι πλέον μονοφωνικό ή κατηχητικό ή αυστηρά ομολογιακό. Σήμερα τείνει σταθερά να είναι ένα μάθημα ανοικτό και ανεκτικό προς τις άλλες χριστιανικές ομολογίες αλλά και τις άλλες θρησκείες με γνωσιακό και παιδαγωγικό χαρακτήρα.

Ως εκ τούτου, το μάθημα των Θρησκευτικών συνιστά γνωριμία με τα μορφωτικά αγαθά, τις αξίες και τον πολιτισμό που διαμόρφωσε ο Χριστιανισμός και η ορθόδοξη παράδοση, ενώ παράλληλα διδάσκεται το θρησκευτικό φαινόμενο γενικά και οι μεγάλες θρησκευτικές παραδόσεις των λαών. Ακόμη, στο πλαίσιο του μαθήματος, τα κοινωνικά και υπαρξιακά προβλήματα του ανθρώπου προσεγγίζονται με πνεύμα διαλόγου, ελευθερίας και καταλλαγής, χωρίς ομολογιακή εμμονή, κατηχητισμό, φανατισμό ή μισαλλοδοξία. Με άλλα λόγια, το σύγχρονο μάθημα των Θρησκευτικών βοηθά στην κατανόηση της παράδοσης και εκφράζει τον θρησκευτικό πολιτισμό μας με σεβασμό προς κάθε άλλη θρησκευτική ετερότητα.

Το μάθημα των Θρησκευτικών στη χώρα μας, ενταγμένο οργανικά στην παρεχόμενη από την Πολιτεία εκπαίδευση, διαλέγεται με τα άλλα μαθήματα στο πλαίσιο της διαθεματικής και διεπιστημονικής προσέγγισης της σχολικής γνώσης, η οποία αποσκοπεί στην καλλιέργεια ενός γνήσιου ανθρωπισμού. Η διαμόρφωση αξιών, στάσεων, η υπέρβαση των προκαταλήψεων, των στερεοτύπων και των διακρίσεων, η αποδοχή των διαφορών, η επίλυση των αντιπαλοτήτων, η ανάλυση και συζήτηση μεγάλων σύγχρονων προβλημάτων συνδέονται με τις αξίες και την υπαρξιακή στάση που προκύπτει από το ήθος της ελληνορθόδοξης παράδοσης.

Ως εκ της θέσεώς του στον κορμό των μαθημάτων, δεν μπορεί να είναι «μονοφωνικό» και «μονόπλευρο». Είναι γεγονός ότι ο διάλογος των μαθημάτων στην ελληνική σχολική πραγματικότητα, διαμόρφωσε τις τελευταίες δεκαετίες νέες δυνατότητες και νέους ορίζοντες στη διδασκαλία και του θρησκευτικού μαθήματος. Το θρησκευτικό μάθημα με σαφή τον γνωσιολογικό του χαρακτήρα και απελευθερωμένο από την παλαιά αντίληψη που το ήθελε στενά ομολογιακό, κατηχητικό και ηθοπλαστικό, εγκεντρίζεται, πολλές φορές κριτικά και αυτοκριτικά, κυρίως, στα μορφωτικά και πολιτιστικά αγαθά της ελληνικής ορθόδοξης παράδοσης και του βυζαντινού πολιτισμού. Δίνοντας έμφαση στην ιστορία και στον πολιτισμό, έχει συνάμα ανοικτούς ορίζοντες και διαλέγεται με τα ζητήματα και τις προτεραιότητες που θέτει ο ραγδαία μεταβαλλόμενος σύγχρονος κόσμος και πολιτισμός. Αναμφίβολα, λοιπόν, προσφέρει στην υπόθεση της παιδείας στον τόπο μας και έχει πολλά ακόμη να συνεισφέρει στο πλαίσιο της διαπολιτισμικής αγωγής.

Αν, λοιπόν, καθιερωθεί στο δημόσιο σχολείο προαιρετικό μάθημα Θρησκευτικών, τότε ελλοχεύει ο κίνδυνος το υπάρχον θρησκευτικό μάθημα να προσανατολισθεί προς μια απόλυτα ομολογιακή και κατηχητική έκφραση. Στην περίπτωση αυτή, είναι φανερό ότι θα υποβαθμιστούν οι υπάρχουσες Θεολογικές Σχολές των Πανεπιστημίων, ενώ οι εκπαιδευτικοί που θα διδάσκουν ένα αμιγώς ορθόδοξο κατηχητικό-ομολογιακό θρησκευτικό μάθημα, αλλά και το ίδιο το περιεχόμενο του μαθήματος, δεν θα εποπτεύονται και ελέγχονται από τα θεσμοθετημένα όργανα της Πολιτείας, αλλά απευθείας από την Εκκλησία. Εάν στο ελληνικό σχολείο προταθεί η διδασκαλία ενός καθαρά κλειστού κατηχητικού-ομολογιακού μαθήματος για τους ορθόδοξους μόνον, ή κάθε θρησκείας σε χωριστή τάξη, που θα είναι εκ των πραγμάτων προαιρετικό, ώστε να ικανοποιηθούν, ει δυνατόν, οι πάντες, τότε μπορεί να εμφανιστεί στα σχολεία ένα πρωτόγνωρο για την Ελλάδα φαινόμενο, αυτό της θρησκευτικής ομοσπονδοποίησης του σχολείου. Η θρησκευτική ομοσπονδοποίηση του σχολείου μπορεί να οδηγήσει μεσοπρόθεσμα ή μακροπρόθεσμα στην εκχώρηση της ευθύνης του θρησκευτικού μαθήματος από την Πολιτεία στις επιμέρους θρησκευτικές κοινότητες. Θα είναι η χειρότερη εξέλιξη, δεδομένης της μόνιμης ροπής των θρησκειών προς τον φονταμενταλισμό και την παραδοσιοκρατία. Αν τούτο συσχετιστεί με το δεδομένο ιστορικό γεγονός ότι στα Βαλκάνια και στην νοτιοανατολική Ευρώπη η θρησκεία υπήρξε σχεδόν πάντα παράγων εθνογένεσης, απαιτείται να μελετηθούν σε βάθος οι ποικίλες παράμετροι ενός τέτοιου εγχειρήματος.

Θεωρούμε σκόπιμο να αναφέρουμε εδώ ότι το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, όταν το 2004 ο τότε Αρχιεπίσκοπος Αθηνών εξεδήλωσε πρόθεση κηδεμονίας του μαθήματος (βλ. περ. Εκκλησία Δεκ. 2004-Ιαν. 2005), απάντησε ότι «το θρησκευτικό μάθημα δεν αντιμετωπίζεται ως ένα ειδικό μάθημα – με ό,τι αυτό συνεπάγεται – αλλά ως ένα κανονικό μάθημα του σχολικού προγράμματος». Ως εκ τούτου, το αναλυτικό πρόγραμμα και τα βιβλία των Θρησκευτικών, σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία, «είναι έργο του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, ως ανεξάρτητης δημόσιας υπηρεσίας, η οποία υπάγεται κατευθείαν στον Υπουργό Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων» και όχι της Εκκλησίας.

Θρησκευτική κατήχηση – όποιο κι αν είναι το θεματικό της περιεχόμενο – και δημόσιο σχολείο δεν μπορούν να συνδυαστούν στις σύγχρονες πολυπολιτισμικές και πλουραλιστικές κοινωνίες. Αυτό, κατά τη γνώμη μας, θα πλήξει καίρια ένα ανοικτό, πλουραλιστικό, διαπολιτισμικό και ανεκτικό προς την ετερότητα θρησκευτικό μάθημα που χωράει, ενδιαφέρει και απευθύνεται σε όλους.

5. Τα νέα Προγράμματα Σπουδών στα Θρησκευτικά Δημοτικού, Γυμνασίου και Λυκείου

Τα νέα Προγράμματα Σπουδών (ΠΣ) στα Θρησκευτικά Δημοτικού, Γυμνασίου και Λυκείου αναδιατάσσουν το πλαίσιο και διευρύνουν τη νομιμοποιητική βάση του μαθήματος, ώστε ρητά και εκπεφρασμένα, τυπικά και ουσιαστικά, να μην θεωρείται πλέον θρησκευτική κατήχηση ή ομολογιακό μάθημα, αλλά ένα μάθημα
ierem2006
με σαφώς ανοικτό, πλουραλιστικό και μορφωτικό-γνωσιολογικό περιεχόμενο. Ως βάση του χρησιμοποιείται το θρησκευτικό φαινόμενο γενικά, οι μεγάλες θρησκείες του κόσμου, ο Χριστιανισμός και η Ορθοδοξία ειδικότερα, με έμφαση στην ιστορία και στον πολιτισμό. Τούτο, άλλωστε, ισχύει εν πολλοίς και στα υπάρχοντα αναλυτικά προγράμματα και βιβλία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν περιθώρια για εκσυγχρονισμό και προσαρμογή στα σημερινά δεδομένα, τόσο του χαρακτήρα όσο και του περιεχομένου του μαθήματος, όπως άλλωστε οι ίδιοι οι θεολόγοι-εκπαιδευτικοί έχουν επισημάνει σε συνέδρια των τελευταίων ετών με κεντρικό άξονα τον παραπάνω προβληματισμό.

Οι μαθητές οφείλουν να προσεγγίζουν τα παραπάνω από ιστορική και πολιτισμική σκοπιά, όχι μόνο για να γνωρίζουν τη δική τους θρησκευτική παράδοση αλλά και τις θρησκευτικές παραδόσεις των άλλων ανθρώπων με τους οποίους διαβιούν στις σύγχρονες ανοικτές και πολυπολιτισμικές κοινωνίες. Με την εισαγωγή των νέων αυτών προγραμμάτων σπουδών, η θρησκευτική αγωγή δεν συνιστά επ’ ουδενί παραβίαση της θρησκευτικής ελευθερίας κανενός μαθητή. Αντίθετα, απευθύνεται και ενδιαφέρει όλους τους μαθητές, ανεξαρτήτως ομολογίας ή θρησκεύματος.

6. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, οι Εθνικές Ανεξάρτητες Αρχές και οι απροϋπόθετες απαλλαγές στα Θρησκευτικά

Με δεδομένο ότι κανείς δεν γνωρίζει καλύτερα τη σχολική καθημερινότητα από τους μαχόμενους εκπαιδευτικούς, σημειώνουμε τα εξής:

Οι δικαστικές αποφάσεις και οι γνωμοδοτήσεις των Ανεξάρτητων Αρχών ορίζουν ένα πλαίσιο δράσης. Η διοίκηση του Υπουργείου Παιδείας θα πρέπει με προσεκτικές από κάθε άποψη διαδικασίες να τις υλοποιήσει. Πάντως, ο σχεδιασμός και η στρατηγική της εκπαίδευσης, αλλά και η κατάρτιση των αναλυτικών προγραμμάτων και η σύνταξη των σχολικών βιβλίων είναι έργο και ευθύνη της επιστημονικής, παιδαγωγικής και εκπαιδευτικής κοινότητας, η οποία εκφράζεται από τα θεσμοθετημένα όργανα της Πολιτείας. Όπου, για κάθε ζήτημα της εκπαίδευσης, γίνεται ευρεία συζήτηση, αντιπαράθεση απόψεων, ουσιαστικά ένας εθνικός διάλογος. Οι αποφάσεις και τα πορίσματα που αφορούν κάθε μάθημα, άρα και το μάθημα των Θρησκευτικών, λαμβάνονται σε ολομέλειες θεσμοθετημένων οργάνων, τα οποία έχουν κύριο μέλημα την εφαρμογή των νόμων της Πολιτείας, την αναπλαισίωση της επιστημονικής γνώσης και την κοινωνική πραγματικότητα.

Με βάση την μέχρι τώρα σχολική εμπειρία, επισημαίνεται ότι οι απροϋπόθετες απαλλαγές στα Θρησκευτικά δημιουργούν ποικίλα προβλήματα, γιατί ακόμη και οι προβλεπόμενες ρυθμίσεις για την απασχόληση των απαλλαγέντων από τα Θρησκευτικά μαθητών με διαφορετικό διδακτικό αντικείμενο σε άλλο τμήμα δεν μπορούν να υλοποιηθούν στη σχολική πράξη και λειτουργία, με αποτέλεσμα οι μαθητές να παραμένουν τελικά εκτός μαθήματος.

Η διαδικασία απαλλαγής πρέπει ασφαλώς να ελέγχεται από τον Διευθυντή του σχολείου, όπως προέβλεπε και συνιστούσε και η Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων και όπως προβλέπει η ισχύουσα πλέον εγκύκλιος του Υπουργείου Παιδείας (12773/Δ2/23.1.2015), ώστε πράγματι να απαλλάσσεται ο μαθητής που επικαλείται λόγους θρησκευτικής συνείδησης και να αποκλειστεί η περίπτωση απαλλαγής για λόγους «ευκολίας» (ένα μάθημα λιγότερο, κενό κ.ά.).

7. Το διοικητικό πλαίσιο δεν είναι ανεξάρτητο από το παιδαγωγικό

Στο δημόσιο σχολείο, ευαίσθητα ζητήματα, όπως είναι η ταυτότητα και η φυσιογνωμία ενός μαθήματος, ο υποχρεωτικός ή προαιρετικός του χαρακτήρας, δύσκολα αντιμετωπίζονται με υπηρεσιακές και γραφειοκρατικές αποφάσεις, δίχως να έχουν προηγουμένως αναλυθεί και ζυγιστεί οι επιπτώσεις τους στο παιδαγωγικό πλαίσιο και κλίμα του συγκεκριμένου μαθήματος, στην καθημερινή λειτουργία του σχολείου, στην εν γένει σχολική ζωή, στα λειτουργικά προβλήματα αλλά και τα νέα δεδομένα, τα οποία κατ’ ανάγκην θα συνεπιφέρουν στην εκπαιδευτική διαδικασία. Οποιαδήποτε παρέμβαση ή αλλαγή στο διοικητικό πλαίσιο της εκπαίδευσης έχει άμεσες επιπτώσεις και στο παιδαγωγικό.

Για όλους αυτούς τους λόγους θα έπρεπε, πριν αποφανθεί η ΑΠΠΔ περί των απαλλαγών στα Θρησκευτικά, χρειάζεται να προσεγγίσει το ζήτημα σε βάθος και από κάθε πλευρά, φροντίζοντας ώστε οι προτάσεις και οι προτεινόμενες λύσεις να είναι συμβατές με το Σύνταγμα, τον Ν. 1566, τις αποφάσεις των δικαστηρίων (αποφάσεις ΣτΕ, πρόσφατες αποφάσεις του Διοικητικού Εφετείου Χανίων (115/2012 & 1/2015) [1], τις συστάσεις του Συνηγόρου του Πολίτη, την ύπαρξη των νέων και εντελώς πρωτοποριακών προγραμμάτων σπουδών στα Θρησκευτικά Δημοτικού, Γυμνασίου και Λυκείου (2011, 2014, 2015), την αρχή της ανεξιθρησκίας, την πραγματικότητα των αλλοδαπών μαθητών στο ελληνικό σχολείο, αλλά και το όλο παιδαγωγικό πλαίσιο και τον υποχρεωτικό χαρακτήρα του μαθήματος.

8. Νέα δεδομένα στα σχολεία;

Με την απροϋπόθετη δυνατότητα απαλλαγής από το μάθημα των Θρησκευτικών, εισάγονται κυριολεκτικά νέα δεδομένα στο σχολείο και στον σχολικό πολιτισμό. Εισάγεται, στην κυριολεξία, ένα σύστημα για μαθητές δύο ταχυτήτων, εκείνων που θα έχουν λιγότερα μαθήματα και, άρα, θα έχουν περισσότερα κενά και όσων θα έχουν περισσότερα μαθήματα και δεν θα έχουν κενά κ.λπ. Επιπλέον, οι μαθητές, ούτως ή άλλως, στιγματίζονται με την απαλλαγή ή την μη απαλλαγή, ενώ διακυβεύεται η θέση και το παιδαγωγικό status του δημόσιου σχολείου. Όταν, όμως, ένα μάθημα αμφισβητείται πολλαπλώς, με τη δυνατότητα της εύκολης απαλλαγής από αυτό, πολλά μπορεί να συμβαίνουν σε κάθε σχολείο.

Κατά την διδακτική πράξη, π.χ. είναι δυνατό άλλοτε να σκληραίνει και να στενεύει φανατικά ο ομολογιακός του χαρακτήρας και, άλλοτε, για τους ίδιους λόγους, να διολισθαίνει σε μιαν ανεξέλεγκτη κατάσταση. Ακόμη, υπάρχει το ενδεχόμενο πολλοί γονείς για λόγους ευσέβειας, δηλαδή, εκ του αντιθέτου λόγου κινούμενοι, να ζητούν την απαλλαγή των παιδιών τους από τα Θρησκευτικά, γιατί, απλώς, δεν θα συμφωνούν με την μη ομολογιακή ή ακραιφνώς παραδοσιακή και ορθόδοξη γραμμή στη διδασκαλία του θεολόγου εκπαιδευτικού. Ένας σημαντικός αριθμός μαθητών, ενδεχομένως, να απαλλάσσεται από τα Θρησκευτικά, για να έχει ένα μάθημα λιγότερο, για να σχολάει νωρίτερα, για να έχει κενό κ.λπ.. Η τραγελαφική αυτή κατάσταση θα σημάνει γελοιοποίηση του μαθήματος, αλλά και των διδασκόντων με αρνητικές συνέπειες στο παιδαγωγικό κλίμα και στην καθημερινότητα του σχολείου.

Συνοψίζοντας, το υφιστάμενο μάθημα των Θρησκευτικών δεν αποτελεί μύηση σε μια εθνοκεντρική ή ομολογιακή ορθοδοξία, αλλά αποτελεί γνώση και μελέτη του Χριστιανισμού ως βιβλικής ιστορίας και βιβλικού λόγου, ως ορθόδοξης χριστιανικής παράδοσης και ως πολιτιστικής έκφρασης σε οικουμενικό πλαίσιο. Συνάμα, στις μεγαλύτερες τάξεις επιδιώκεται η γνωριμία με τη θρησκεία ως πανανθρώπινο φαινόμενο καθώς και με τα μεγάλα θρησκεύματα ανά τον κόσμο, αλλά και η σπουδή μιας σειράς από θέματα χριστιανικής ηθικής με επίκεντρο την ελευθερία, την ευθύνη και την ακεραιότητα του ανθρώπινου προσώπου και με κριτικές αναφορές στα σύγχρονα υπαρξιακά και κοινωνικά προβλήματα. Σε στενό σύνδεσμο με τη συνέχεια και την παράδοση του ελληνικού πολιτισμού, το μάθημα των Θρησκευτικών είναι, και οφείλει να συνεχίσει να είναι, κριτικό για κάθε μορφή θρησκευτικής παθολογίας, ανταποκρινόμενο στις ανάγκες μιας ελεύθερης πλουραλιστικής δημοκρατικής κοινωνίας.

Είναι βέβαιο ότι η μετατροπή του σε προαιρετικό ή και αμφισβητούμενο μάθημα θα υποβαθμίσει σε όλο το ελληνικό δημόσιο σχολείο τη γνωριμία, την αντίληψη και τη θέση της Ορθοδοξίας στην ελληνική παράδοση και πολιτιστική κληρονομιά. Αντίθετα, η εισαγωγή των νέων προγραμμάτων σπουδών στα Θρησκευτικά Δημοτικού, Γυμνασίου και Λυκείου, θα σηματοδοτήσει την οριστική απομάκρυνση από την κατήχηση. Τα νέα αυτά προγράμματα μπορούν τυπικά και ουσιαστικά να διευρύνουν τους θεματικούς και παιδαγωγικούς ορίζοντές του μαθήματος, εκφράζοντας μια σύγχρονη προσέγγιση της θρησκευτικής εκπαίδευσης, η οποία συγκλίνει με ευρωπαϊκές επιλογές. ο σεβασμός της θρησκευτικής ετερότητας, η γνωριμία και ο διάλογος με τις άλλες χριστιανικές και θρησκευτικές παραδόσεις αποβαίνει βασικός άξονας του ΜτΘ. Στο πλαίσιο της δημιουργικής αποδοχής του πλουραλισμού και της διαπολιτισμικής προσέγγισης ως αφετηρίας για οποιαδήποτε σοβαρή εκπαιδευτική θεωρία και πρακτική, η θρησκευτική εκπαίδευση των μαθητών καλείται να παίξει ένα σοβαρό ρόλο στη δυνατότητα των μαθητών να διαχειρίζονται υπεύθυνα και δημιουργικά τον πλουραλισμό και τον διάλογο με τον «άλλον» και το «διαφορετικό».


ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΗ [1]

Επισημαίνουμε ότι η απόφαση αυτή παράγει νομολογία δεσμευτική για την υπηρεσία και σαφώς επισημαίνει ότι:
1. Η διδασκαλία του μαθήματος των Θρησκευτικών είναι υποχρεωτική.
2. Η ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης των Ορθόδοξων μαθητών, προεχόντως δε, κατά τη χριστιανική διδασκαλία και με βάση τις αρχές του πλουραλισμού, της πολυφωνίας και της πολυπολιτισμικότητας, αναγνωρίζεται ως συνταγματική επιταγή του άρθρου 16 παρ. 2 … (σ. 24-25).
3. Η αιτιολόγηση της άρνησης του μαθητή να παρακολουθήσει το ΜτΘ δεν συνιστά παραβίαση του άρθρου 13 του Συντάγματος, που κατοχυρώνει το ατομικό δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας. Η οικειοθελής προς τις κρατικές αρχές γνωστοποίηση του θρησκεύματος του ατόμου, γίνεται με πρωτοβουλία του και για την άσκηση συγκεκριμένων δικαιωμάτων, που αναγνωρίζει η έννομη τάξη για την προστασία της θρησκευτικής ελευθερίας, μεταξύ αυτών είναι και η απαλλαγή από το μάθημα των Θρησκευτικών (σ. 10, 13).
4. Οι Διευθυντές των σχολικών μονάδων, οφείλουν να ελέγξουν τη συνδρομή των νομίμων προϋποθέσεων (λόγων) απαλλαγής, εάν όντως, δηλαδή, πρόκειται για άθεο ή ετερόδοξο ή ετερόθρησκο μαθητή (σ. 24-25).
5. Η απόφαση απορρίπτει τη χρήση του δικαιώματος της απαλλαγής με το απλό πρόσχημα ότι υπάρχουν λόγοι συνείδησης (σ.27 – 28). Η απόφαση δέχεται εμμέσως μεν, πλην σαφώς (βλ. σχετ. σελ. 24, 25, 27, σε συνδυασμό με σελ. 6 και 28) ότι αποτελεί ψευδή δήλωση προς δημόσια αρχή η αίτηση απαλλαγής από το ΜτΘ από Ορθόδοξους μαθητές.
6. Οι Προϊστάμενοι των Δ/νσεων με την υπ’ αριθμ. Φ.353.1./324/105657/Δ1 (ΦΕΚ Β’1340/16.10.2002) απόφαση του Υπουργού Παιδείας κατά την άσκηση των ανατεθειμένων σε αυτούς καθηκόντων είναι υποχρεωμένοι να εφαρμόζουν την κείμενη νομοθεσία (σ.28)… οφείλουν μάλιστα να ελέγχουν την ορθή λειτουργία των σχολείων εποπτεύοντες, ότι οι Διευθυντές των σχολικών μονάδων κατά την ενάσκηση των υπηρεσιακών καθηκόντων τους ενεργούν ως ανωτέρω προς τήρηση της επιταγής του άρθρου 16 παρ. 2 του Συντάγματος και του άρθρου 1 §1 του ν. 1566/1985, που ορίζουν ως υποχρεωτική την παρακολούθηση του ΜτΘ από τους Χριστιανούς Ορθόδοξους μαθητές και προς αποκλεισμό της απαλλαγής από το μάθημα αυτό μαθητών για άλλους λόγους πλην αυτών της θρησκευτικής συνείδησης, ενόψει και της ήδη παγιωμένης περί τούτου νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας (σ. 27).
7. Η απόφαση αποδέχτηκε, επίσης, το σκεπτικό των αιτούντων ότι η γνώμη του Συνηγόρου του Πολίτη στις 17.11.2008, η οποία θεωρούσε ότι μπορεί να απαλλάσσονται οι μαθητές «για λόγους συνείδησης χωρίς να δηλώνεται ο λόγος της συγκεκριμένης αυτής επιλογής» είναι σε ευθεία αντίθεση με το Σύνταγμα, τους νόμους του Κράτους, τις εγκυκλίους του Υπουργείου Παιδείας, με τις αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας και του ΕΔΔΑ (σ. 5). Διευκρινίζεται ότι οι απόψεις του Συνηγόρου του Πολίτη δεν δεσμεύουν τις κρατικές υπηρεσίες, όπως δέχεται η νομολογία των δικαστηρίων και συγκεκριμένα του Συμβουλίου της Επικρατείας, το οποίο με την 1041/2004 απόφασή του δέχεται επί λέξει «… η σιωπηρή άρνηση της Διοικητικής Αρχής να συμμορφωθεί σε πόρισμα του Συνηγόρου του Πολίτου δεν αποτελεί παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας» (σ. 6-7).



[Η ζωγραφική που συνοδεύει το κείμενο είναι του Πέρη Ιερεμιάδη.]